Stacks Image 31

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ



Της Στέλλας Αναγνώστου- Δάλλα

Κάθε γιορτή της Πίστης μας, όποια και να ‘ναι, φέρνει μαζί της μεγάλη συγκίνηση, γιατί δεν είναι κάτι να πεις, ένα περιστατικό. Είναι δική μας γιορτή, προσωπική. Ό,τι έγινε, για μας έγινε, για μας γίνεται, συντελείται κάθε στιγμή. Και δίνει ο Θεός τη Χάρη Του, και συναισθανόμαστε, κάθε συγκεκριμένη ευλογημένη μέρα, πώς μας έχει ο Θεός στην καρδιά Του, και πώς κινείται ασταμάτητα να μας πιάσει, να μας κρατήσει, να μας χαρίσει την αιώνια ευτυχία Του. Κάθε γιορτή της Εκκλησίας μας, είναι ένα κεφάλαιο στη δική μας προσωπική σωτηρία, που θα ήταν αδύνατη, αν αυτό το συγκεκριμένο κεφάλαιο έλειπε τότε από τη ζωή της Εκκλησίας, ή αν λείπει σήμερα από το δικό μας βίωμα. Η ζωή μας θα ήταν χωρίς ελπίδα αν το κάθε συγκεκριμένο κεφάλαιο έλειπε ιστορικά, αν δεν είχε συντελεστεί εν χρόνω. Η ζωή μας ΕΙΝΑΙ χωρίς ελπίδα, αν το κάθε κεφάλαιο δεν συντελείται και σήμερα μέσα μας, με τη συνεχή και επαναλαμβανόμενη δική μας συναίνεση, συμμετοχή και ευγνωμοσύνη. Αν την κάθε εκκλησιαστική γιορτή δεν τη βιώνουμε σαν δικό μας προσωπικό δώρο, και σαν ένα δικό μας προσωπικό και γενναίο «ναι», τότε είναι για μας, μια τεράστια χαμένη ευκαιρία…


Σκεπτόμουν σήμερα, αυτήν τη νεαρή κοπελίτσα, την Παναγία μας. Τα ροδαλά Της μάγουλα, το αθώο Της χαμόγελο. Ήταν άνθρωπος πραγματικός, δεν ήταν μια ιδέα, ήταν ένα κορίτσι με σάρκα και οστά, θα μπορούσε να ήταν και σήμερα ένα κορίτσι του Γυμνασίου. Έστω και με την απόλυτη οικειότητα που είχε με τον Θεό και τους Αγγέλους που τη διακονούσαν μέσα στο Ναό, τι ξάφνιασμα να ένιωσε άραγε, και τι δέος, μ’ εκείνη την ξαφνική παρουσία του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, και το συγκλονιστικό του μήνυμα; Την βλέπω να σκύβει λίγο το κεφάλι, να κλείνει τα μάτια της, και να αναλογίζεται το ασύλληπτο μέγεθος της πρότασης που μόλις της είχε γίνει. Θα μπορούσε να φοβηθεί και να πει όχι. Εκείνη τη στιγμή, όλη η υπόθεση της σωτηρίας μας, κρεμόταν από τα χείλη Της. Όλη η αγάπη και λαχτάρα του Θεού για τον άνθρωπο, κρεμόταν από τα χείλη Της. Η αγάπη Της στον Θεό ήταν που έκρινε τη μοίρα μας. Δεν τα καταλάβαινε όλα, ούτε ζήτησε να μάθει το μέλλον. Ένα μόνο πράγμα την προβλημάτισε: «Πώς έσται μοι τούτο επεί άνδρα ου γιγνώσκω;»…ήθελε απλά μια πρακτική απάντηση, ταυτόχρονα και μια επιβεβαίωση ότι το μήνυμα ήταν του Θεού. Θεέ μου, σαν σήμερα, σήμερα, από το ΝΑΙ της Παναγίας, κρεμάστηκε όλη μου η ύπαρξη! Ήρθες για μένα επειδή ΕΚΕΙΝΗ Σε δέχτηκε, ενεργείς το μυστήριο της σωτηρίας μας, επειδή ΕΚΕΙΝΗ, όταν της ζήτησες τη συναίνεσή Της, απάντησε με θάρρος «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

Όλα αυτά τα «ιδού εγώ, Κύριε», που τα πρόφεραν αγιασμένες ψυχές, από τα πρώτα χρόνια της μεταπτωτικής μας ζωής, μέχρι και τα σημερινά της ζωής της Εκκλησίας, είναι καθρέφτης της απέραντης αγάπης των ανθρώπων στον Θεό, που τους έκανε να μην σκέπτονται να πράξουν αλλιώς, και μάλιστα γνωρίζοντας και αποδεχόμενοι το βαρύ κόστος. Αν φθάσαμε μέχρι σήμερα, είναι χάρη σε όλα αυτά τα «ιδού», σε όλην αυτήν την αγάπη. Αυτή η αγάπη, με κομβική εκείνη της Παναγίας, είναι που μας κρατάει στην Πίστη και στην ύπαρξη. Που μας τραβάει από το χέρι να λέμε κι εμείς πού και πού και κανένα μικρούλι δικό μας «ιδού»… του Νηπιαγωγείου…μήπως και γευτούμε λίγο την απέραντη γλύκα του, και λαχταρήσουμε τον Πατέρα…

Κάθε μεγάλη γιορτή κι ένα «ιδού». Θες χρόνο να το αναλογιστείς. Θες καρδιά για να το ζήσεις, θες πολλή προσευχή για να το κάνεις κάτι για σένα, αφού και λίγο μόνο να το αναλογιστείς, σε κυριεύει η συγκίνηση. Δύσκολα πράγματα… Κι έρχεται μετά η μέρα η σημερινή, και δοκιμάζει τις αντοχές σου. Δεν είναι που σου δόθηκε η Παναγία, σου δόθηκε κι η Πατρίδα. Έρχονται οι ψυχές των παππούδων σου και των γιαγιάδων σου, και σου ψιθυρίζουν: «παιδί μου, μας πήραν οι Τούρκοι τον τόπο μας, μας έπαιρναν και τη ζωή μας, όμως εμείς δεν στέρξαμε ποτέ να τους παραδώσουμε και την ψυχή μας, δεν τους δώσαμε τον Θεό μας, ούτε την ελπίδα μας. Αυτά που δεν μπορούσαν να μας τα πάρουν με τη βία, εμείς αντέξαμε πολλά μαρτύρια για να μην μας βρουν αδύναμους , και μας τα πάρουν με τη συγκατάθεσή μας. Κι επειδή το ξέραμε πως θα γεννιόσουν μια μέρα, παρακαλούσαμε τον Θεό να δώσει, σ’ εσένα τουλάχιστον, την Ελευθερία. Και μόλις σαν να μας φάνηκε πως είχαμε μια ευκαιρία, τα δώσαμε όλα για όλα, όπως μπορέσαμε, κι όσο μπορέσαμε. Είχαμε μπροστά στα μάτια μας την εικόνα σου. Ονειρευόμασταν ότι μια ηλιόλουστη μέρα σαν τη σημερινή, θα πήγαινες άφοβα στην Εκκλησία να λατρεύσεις την Παναγία, και θα περπατούσες ελεύθερα, στον δικό σου δρόμο, κρατώντας τη γαλανόλευκη σημαία μας. Αυτό το «κεφάλαιο» της σωτηρίας σου, παιδί μου, μόνο αν παίρναμε εμείς τότε τη Μεγάλη Απόφαση, μπορούσαμε να το γράψουμε για σένα. Παιδί μου, για τη σημερινή σου μέρα πολεμήσαμε, γι αυτήν και πεθάναμε. Και χάρηκε η ψυχή μας στον ουρανό που μας έψαλες το Μνημόσυνο, και αγαλλίασε και δροσίστηκε. Γιατί βλέπεις, αυτά που είναι τώρα για σένα φυσικά, ήταν τότε για μας ένα όνειρο άπιαστο, που το υπερασπιστήκαμε όμως με πείσμα. Για σένα. Για τη σημερινή σου μέρα».

Πόσο πιο μεγάλη Μέρα μπορεί να υπάρξει για τον Έλληνα; Πόση περισσότερη συγκίνηση, πόση περισσότερη αγαλλίαση, πόση περισσότερη ευγνωμοσύνη μπορεί να δοκιμάσει και πού; Πόση περισσότερη αγάπη, σε τελική ανάλυση; Και να σκεφτεί κανείς, πως βρέθηκε σήμερα μια δυστυχισμένη ψυχή,( και σίγουρα κι αλλού θα φάνηκαν πολλές τέτοιες δυστυχισμένες ψυχές), που πάλευε με τον ίδιο της τον εαυτό, κι η αγωνία έσφιγγε το πρόσωπό της. Πάλευε λοιπόν αυτή η ψυχή με την ίδια της τη συνείδηση, και πάσχιζε να την πείσει, πως η Ελληνική Επανάσταση, ήταν, λέει, καρπός του Γαλλικού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης! Και πως τάχα, στόχος και κέρδος της, ήταν η αποκατάσταση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων»! Καημένη παγωμένη ψυχούλα, που δεν μπόρεσες σήμερα να χαρείς τη γλύκα του ήλιου της Ελλάδας σου, που μέσα στη μοναξιά σου δεν παρατήρησες ούτε την αδιαφορία των όσων σε άκουγαν, εμπιστεύσου τουλάχιστον, τον μόνο παράγοντα στον οποίο υποκλίνεσαι: την ανθρώπινη λογιότητα. Άσε τις ιστορίες των Ελλήνων Αγωνιστών, άσε τους ξένους ιστορικούς, και ψάξε μόνον τη ψυχή του Λαού που λες ότι εμπιστεύεσαι. Ψάξε και βρες, έστω και ΕΝΑ μόνο Δημοτικό τραγούδι από τα τόσα που έχουμε. Δες πού θα βρεις μέσα τον Διαφωτισμό, και τους Γάλλους, και τα ανθρώπινα δικαιώματα; Κι αν όχι ρητά, δείξε μου κάτι που, έστω να τα θυμίζει. Και μιας και καταπιαστείς και ψάχνεις, δες και αφουγκράσου, τι λένε πραγματικά! Κι άσε πια την ψυχή σου ελεύθερη να σου μιλήσει. Πάψε πια να πνίγεις τη φωνή της, και την ίδια τη ζωή από τους πνεύμονές σου!

Στέλλα Ν. Αναγνώστου-Δάλλα.