Stacks Image 31

Γιατί γιορτάζει η Παναγιά, γιορτάζει κι η Πατρίδα



(Ομιλία της φιλολόγου Τρισεύγενης Καπράνου που πραγματοποιήθηκε στο αρχονταρίκι της Ιεράς Μονής Παναγίας Χρυσοπηγής Πολυδενδρίου Αττικής την Κυριακή 24 Μαρτίου 2019 με την ευκαιρία της εθνικής μας εορτής)


«Χαρά που το ΄χουν τα βουνά, τα κάστρα περηφάνια,
Γιατί γιορτάζει η Παναγιά, γιορτάζει κι η Πατρίδα.»
Λιτό στην έκφραση, αλλά περιεκτικό, το δημοτικό τραγούδι εκφράζει μια αλήθεια: η ελληνική ψυχή, συνδύασε και συνέδεσε τον Ξεσηκωμό της για την αποτίναξη της δουλείας, με το χαρμόσυνο μήνυμα του Ευαγγελισμού, σωτήριο μήνυμα, για την αποτίναξη της δουλείας της αμαρτίας.

Η 25η Μαρτίου είναι διπλή γιορτή. Εθνική και θρησκευτική. Επέτειος της Επανάστασης του 1821, και εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ο νους στρέφεται στην Παναγία, που με τη βοήθειά Της, το δουλωμένο-αδούλωτο Έθνος μας, πέτυχε τότε, τα ένδοξα και τα υψηλά.

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ευαγγελίζονται οι ψυχές και τα σώματα των ηρώων. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, το βυζαντινό τροπάρι της Παναγίας μας, μαζί με τον ύμνο στην «Υπέρμαχο Στρατηγό», ανεβαίνουν στα χείλη μας αυθόρμητα, και σμίγουν με τον Εθνικό Ύμνο του Σολωμού.

Το περιεχόμενο της μεγάλης αυτής ημέρας, μας δίνει ένα διπλό μήνυμα. Μήνυμα του Ουρανού είναι το πρώτο. Απευθύνεται από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στην ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ, την Παναγία: «Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σού». Το δεύτερο, είναι βγαλμένο από την ποιητική καρδιά του Εθνικού μας Ποιητή, που έζησε και πόνεσε το δράμα της φυλής μας: «χαίρε, ώ χαίρε, Ελευθεριά!».

Αναπλέοντας τον ρου της ιστορίας του Γένους, χρειάζεται να σταθούμε σε γεγονότα και πρόσωπα που οδήγησαν στην εθνική μας παλιγγενεσία.

Μετά την «αποφράδα ημέρα» της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, την 29η Μαίου του 1453, ημέρα θλίψεως και οδύνης, οργής και κατάρας, ακολούθησαν τέσσερις αιώνες τουρκικής σκλαβιάς. Χρόνια μαύρα, δύσκολα. Βία, θηριωδίες, εξισλαμισμοί, καταστροφές περιουσιών, παρεμπόδιση Λατρείας. Εικόνες ποδοπατήθηκαν, ο ναός Της Του Θεού Σοφίας, κι άλλες εκκλησίες έγιναν τζαμιά, και παραμορφώθηκαν με μιναρέδες.

Οι Έλληνες έγιναν «ραγιάδες», κι αυτήν τη σκληρή πραγματικότητα του εξευτελισμού και της ταπείνωσής τους, δεν μπορούσαν να τη λησμονήσουν. Αναφέρεται, ότι υπήρχε για τους ραγιάδες, ακόμη και ειδικός τρόπος να κάθονται στα υποζύγια, ώστε μόλις έβλεπαν Τούρκο, εύκολα να μπορούν να πηδήσουν από το ζώο, και να προσκυνήσουν. Και κοντά σ’ αυτά, είχαν και τη βαρύτατη φορολογία που επέβαλλε η τουρκική διοίκηση, καθώς και την αυθαιρεσία των κατά τόπους αρχόντων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, ακόμη και σήμερα, κάθε βαρύ νέο φόρο, τον αποκαλούμε «χαράτσι», από την ονομασία του «κεφαλικού φόρου» που πλήρωναν τότε όλοι οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, από την ηλικία ήδη των 5ετών.

Όμως, ο βαρύτερος φόρος δεν ήταν σε χρήμα. Ήταν σε αίμα, και δικαίως ονομάστηκε «φόρος αίματος». Ήταν το βάρβαρο «παιδομάζωμα», που μέσα σε τρεις αιώνες, απέσπασε βίαια από τον εθνικό κορμό, 1.000.000 περίπου ελληνόπουλα, όπως καταγράφει ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.

Αξιοθρήνητη ήταν και η ζωή των κοριτσιών, που τα πουλούσαν για σκλάβες σε σπίτια και χαρέμια των Τούρκων. Όσοι προσπαθούσαν να προστατεύσουν τα κορίτσια από το σκλαβοπάζαρο, θανατώνονταν, όπως συνέβη τελικά και στην Αγία Φιλοθέη την Αθηναία. Διαβάζουμε στα έντυπα της εποχής: «…κάθε φαμελίτης, όταν έβγαινε από το οσπίτιόν του δια να υπάγει εις την αγοράν, νόμιζε το ίδιο είναι ως να επήγαινε εις τον πόλεμον. Δεν χαιρετούσε τον πλησίον του, φοβούμενος να ομιλήσει την ελληνική γλώσσα. Όταν επέστρεφε εις το οσπίτιόν του, δεν ημπόρει ούτε να αισθανθεί την γλυκύτητα της συναναστροφής της γυναικός και των τέκνων του, φοβούμενος κάθε στιγμήν τας τιμωρίας των Τούρκων: τα βασανιστήρια μέχρι θανάτου, τον πνιγμό, το κάψιμο, τη σταύρωση, τη διαπόμπευση, τον εξισλαμισμό».

Κάθε προσπάθεια αποτίναξης του ζυγού των Τούρκων, ναυαγούσε. Και η Ελλάδα, γέμιζε από το αίμα των δοξασμένων παιδιών της, και τις στάχτες των κατεστραμμένων χωριών.
Κι όμως. Ο Ελληνισμός άντεξε στα 400 χρόνια δουλείας. Σ’ αυτό βοήθησε και το κοινοτικό σύστημα, με σημαντική προσφορά στους υπόδουλους Έλληνες. Επίσης βοήθησε και το γεγονός ότι οι Φαναριώτες κατέλαβαν υψηλά αξιώματα της Τουρκικής διοικητικής μηχανής. Ακόμη, βοήθησαν και οι Αρματολοί και οι Κλέφτες, που αποτέλεσαν κατά τον Μακρυγιάννη, «τη μαγιά της λευτεριάς».

Οι κληρικοί και οι μοναχοί, ιδιαίτερα τους δύο πρώτους αιώνες, συνέβαλαν παράλληλα με τη διατήρηση της πίστης, και στη διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας και συνείδησης, αφού οι λόγιοι είχαν φύγει στη Δύση, ακόμη και πριν την Άλωση. Στο «κρυφό σχολειό» ήταν που γαλουχήθηκε και ανδρώθηκε το Γένος. Εκεί σπάρθηκε ο σπόρος της φιλοπατρίας και της εθνικής υπερηφάνειας. Εκεί γνώρισε την ταυτότητά του ο Έλληνας. Η Εκκλησία ήταν που γέμιζε την καρδιά του με Χριστό και Ελλάδα. Στα μοναστήρια λειτουργούσαν παράλληλα, και ιατρεία, και νοσοκομεία, καμιά φορά και ορφανοτροφεία. Αργότερα προστέθηκε και η Ανώτερη Παιδεία. Οι Διδάσκαλοι του Γένους, με την υποστήριξη τόσο της Εκκλησίας, όσο και πλουσίων εμπόρων του εξωτερικού, δίδαξαν σε σχολές και ίδρυσαν τυπογραφεία. Μας είναι γνωστά τα ονόματα των Ευγένιου Βούλγαρη, Νικηφόρου Θεοτόκη, Ηλία Μηνιάτη, Αδαμάντιου Κοραή, και του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Λιγότερο όμως γνωστά μας είναι τα ονόματα των «Κολλυβάδων» πατέρων, του Αγίου Αθανασίου του Παρίου, του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά, και του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου,πουόχι μόνο μόρφωσαν τον λαό με την ακαταπόνητη διδασκαλία τους, αλλά κυρίως, διέσωσαν την Ορθοδοξία από τις ύπουλες και συστηματικές προσπάθειες της Δύσης, να Την αλλοιώσουν με τα δόγματα του παπισμού και του προτεσταντισμού.

Κάποιες προσπάθειες χρηματοδότησης προσπαθειών απελευθέρωσης, έπεσαν στο κενό. Κι οι Έλληνες, συνέχιζαν να ποθούν τη Λύτρωση:
«…μόνο ένα δώρο λαχταρούν τα μάτια μας και κλαίνε,
ατίμητο στ’ ατίμητο, που Λευτεριά το λένε».
Δυστυχώς όμως, «..άργειε νά ‘ρθει εκείνη η μέρα, κι ήταν όλα σκοτεινά, γιατί τά ‘σκιαζε η φοβέρα, και τα πλάκωνε η σκλαβιά…».

Και να! Ύστερα από 4 αιώνες αγωνίας και ελπίδας, ύστερα από χρόνια ψυχικής και υλικής προετοιμασίας, έρχεται το 1814, η στιγμή της «Φιλικής Εταιρείας». Την ιδρύουν τρεις Έλληνες έμποροι της Οδυσσού: ο Νικόλαος Σκουφάς από την Άρτα, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Γιάννενα, και ο Εμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο. Μέλη της γίνονταν σιγά-σιγά και προσεκτικά όσοι Έλληνες ήταν διατεθειμένοι να προσφέρουν σοβαρά στην Επανάσταση, δηλαδή, σχεδόν όλοι. Μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, οι κατηχούμενοι γονάτιζαν κι έκαναν τον Σταυρό τους. Κατόπιν διάβαζαν τον όρκο πίστης, μυστικότητας, και αποφυγής της βίας. Είχε φθάσει πια η στιγμή, οι πρώην ραγιάδες, ν’ αποτινάξουν επιτέλους, τον ζυγό. Ο «Θούριος» του Ρήγα αντηχεί στους αιθέρες: «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνους σκλαβιά και φυλακή…».

Το ποτάμι ξεχείλισε, η «αποσταμένη ελπίδα» θέριεψε. Ο Δεσπότης Παλαιών Πατρών Γερμανός, στην Αγία Λαύρα, μπροστά στους γονατισμένους πολεμιστές, ύψωσε το Λαύαρο, και κήρυξε την Επανάσταση, προφέροντας, με δάκρυα στα μάτια, τα παρακάτω λόγια: «…και ο Θεός το θέλει… Τούρκος μην μείνει στον Μοριά, μηδέ στον κόσμον όλον!».

Με την έναρξη της Επανάστασης, οι Έλληνες, εκτός από τους Τούρκους, είχαν ν’ αντιμετωπίσουν και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, που πίστευαν ότι η Επανάσταση αποτελούσε «ρομαντικό» και παράτολμο εγχείρημα, και δεν θα είχε επιτυχή έκβαση.

Οι αντιξοότητες πολλές, όμως οι Έλληνες, με κύριο εφόδιο την πίστη στο Θεό, (επειδή το Ορθόδοξο θρήσκευμα ήταν αυτό που προσδιόριζε την ταυτότητά τους), βροντοφώναξαν το «Ελευθερία ή Θάνατος!». Οι κληρικοί ευλογούσαν τους πολεμιστές, οι λόγιοι δίδασκαν και εμψύχωναν, οι έμποροι προσέφεραν τα πλούτη τους για εξοπλισμό, οι ναυτικοί τα πλοία τους, οι στεριανοί τα όποια πλούτη τους, και όλοι μαζί οι Έλληνες, τη ζωή τους.

Κατά τη διάρκεια του Αγώνα, απαγχονίστηκαν ιερείς, τουφεκίστηκαν πρόκριτοι, κάηκαν χωριά. Όμως, ούτε ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, ούτε οι φωτιές, ούτε η πείνα, ούτε καμιά φοβέρα, τρόμαξε τους Έλληνες. Ο Γάλλος λόγιος Φωριέλ, συνοψίζοντας τον θαυμασμό του για τους ήρωες του 1821, είπε: «Μοιάζουν με Μύθους που κατά λάθος πέρασαν στη Ιστορία!».

Αξίζει να σταθούμε λίγο σ΄ αυτούς τους ήρωες-μύθους, και να δούμε πώς με τη ζωή τους, καθόρισαν τα γεγονότα της Επανάστασης. Ας θυμηθούμε: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο «γέρος του Μοριά». Πιστεύοντας ότι «ο Θεός έβαλε την υπογραφή Του για την Ελλάδα, και δεν την παίρνει πίσω», έγινε ο κύριος στρατηγικός νους της Επανάστασης. Μετέφερε την Επανάσταση στην Αρκαδία, επειδή εκεί βρισκόταν η κύρια δύναμη των Τούρκων. Οργάνωσε Επιμελητεία και Στρατολογία, και, χτυπώντας περιφερειακά κάστρα, πέτυχε την πρώτη σημαντική νίκη, την κατάκτηση της Τρίπολης. Με στρατηγικό σχέδιο ελευθερώνει Βέρβενα και Δολιανά Αρκαδίας, και εξοβελίζει την στρατιά του Δράμαλη στα Δερβενάκια, όπου αποδεκατίζεται. Ο Δράμαλης, μετά τη μεγάλη του ήττα, πέθανε ντροπιασμένος στην Κόρινθο, ένα ψυχικό και σωματικό ράκος. «Για του Χριστού την πίστη την Αγία επολεμήσαμε, και μετά για της Πατρίδος την ελευθερία», είπε στον λόγο του προς τους νέους στην Πνύκα.

Αθανάσιος Διάκος. Υπερασπίζοντας τη γέφυρα της Αλαμάνας, πιάστηκε αιχμάλωτος, και δεν δέχτηκε ν΄ αλλαξοπιστήσει: «Εγώ, Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» είπε στον Τούρκο διοικητή, ο οποίος διέταξε να θανατωθεί με το μαρτύριο του σουβλίσματος. Τραγουδώντας οδηγήθηκε στον θάνατο: «για δες καιρόν που διάλεξεν ο Χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαριά, και βγάζει η γή χορτάρι», εννοώντας, όχι μόνο την εποχή της Άνοιξης, αλλά και την Άνοιξη της Ελυθερίας.

Κωνσταντίνος Κανάρης: με τόλμη τη νύχτα της6ης προς 7η Ιανουαρίου του 1822, μπήκε στο λιμάνι της Χίου, κι ενώ οι Τούρκοι γλεντούσαν για το «μπαϊράμι», εκείνος πυρπόλησε τη ναυαρχίδα τους, ενώ ο Τούρκος Ναύαρχος βρήκε τραγικό θάνατο.

Μάρκος Μπότσαρης: όταν από την κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου πήρε το αξίωμα του στρατηγού, επειδή αυτό έγινε αιτία για έριδες, πήρε το χαρτί, το φίλησε, και μετά το έσκισε λέγοντας: «ας το πάρει ο καλύτερος». Λέγεται, ότι πριν ριχτεί στη μάχη, πέρασε από ένα μοναστήρι, κι έδωσε λίγα γρόσια στον καλόγερο λέγοντας: «παππούλη, μοίρασέ τα για την ψυχή του Μάρκου». «Τι; Πέθανε ο Μάρκος;», ρωτά δακρυσμένος ο καλόγερος, που δεν τον είχε αναγνωρίσει. «Όχι», απαντά ο Μπότσαρης, «πάει για να πεθάνει».

Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο στρατάρχης της Επανάστασης. Mε τον ατίθασο χαρακτήρα του, αψήφησε την εντολή του Κολοκοτρώνη να σώσει τον εαυτό του για να σωθεί η Πατρίδα, και ρίχνεται στη μάχη. Πολιορκεί την Άρτα, την Ακρόπολη, και σκοτώνεται στην πολιορκία του Κερατσινίου.

Ανδρέας Βώκος (Μιαούλης): Ο Υδραίος καπετάνιος που έκαψε τα τουρκικά πλοία στον Ελλήσποντο.

Παπαφλέσσας: Απαντώντας περιφρονητικά στον Ιμπραήμ ότι «ο Παπαφλέσσας πίπτει, δεν κύπτει», σκοτώνεται στη μάχη στο Μανιάκι, και χαρακτηρίζεται «νέος Λεωνίδας». Ο Ιμπραήμ έστησε το ακέφαλο πτώμα του σε μια βελανιδιά, και είπε: «καλύτερα να παθαίναμε άλλην τόσην ζημίαν, αλλά αυτόν να τον επιάναμε ζωντανόν». Κι έσκυψε, και τον φίλησε.

Οδυσσέας Ανδρούτσος: Μόνο με 120 άνδρες νίκησε τον στρατό του Ομέρ Βρυώνη, στο χάνι της Γραβιάς.

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός: Όταν τον κάλεσε ο διοικητής της Κύπρου, Κιουτσούν, δήθεν για να συζητήσουν, στην πραγματικότητα όμως για να τον φονεύσει, παρόλο που μπορούσε να φύγει στο εξωτερικό, έμεινε λέγοντας: «παρά το γαίμα των πολλών, κάλλιο του επισκόπου».

Στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης: Σε όλην τη διάρκεια της πολυκύμαντης σταδιοδρομίας του, κράτησε τα χέρια του καθαρά. Στάθηκε στρατιωτικός αξιόλογος, και πολιτικός υπολογίσιμος, ηθικός, που δεν γνώριζε δολιχοδρομίες, κατεργαριές, και μισόλογα. Οραματιζόταν μία Ελλάδα να πορεύεται στον ίσιο δρόμο της Δικαιοσύνης. Γι΄ αυτό ο λαός τον λάτρευε, ενώ οι ισχυροί τον αντιπαθούσαν. Κατά βάθος τον φοβούνταν.

Θα μας συγχωρέσουν όμως εδώ οι Κολοκοτρωναίοι, οι Τζαβελλαίοι, οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες, κι οι Μεσολογγίτες, γιατί η ιστορική μνήμη επιτάσσει, κάτω από την τεράστια σκιά τους, να βγάλουμε στο φως και τις γυναίκες του ’21. Είναι μάνες, κόρες, σύζυγοι, καπετάνισσες. Όταν ο Αλή Πασάς θέλησε να εξευτελίσει το γόητρο των πεισματάρηδων του Σουλίου, στέλνει τον πονηρό προδότη Πήλιο Γούση. Πολλά τα γεγονότα. Αξίζει όμως να σταθούμε στον βράχο του Ζαλόγγου και ν’ ακούσουμε τον Διονύσιο Σολωμο να μας ξεναγεί: «Ταις εμάζωξε όλαις ταις Σουλιώτισσες στο ακρινότατο Ζάλογγο της Λευτεριάς, ο Έρως, και ταις ενέπνευσε χορό…». Οι Σουλιώτισσες ήταν οι πρώτες δασκάλες στον χορό του θανάτου, τότε που, μετά την πολιορκία του Ζαλόγγου, ένα μέρος, με αρχηγό τον Κίτσο Μπότσαρη διέφυγε, ενώ οι υπόλοιποι εγκλωβίστηκαν. Πάνω από 200 Σουλιώτισσες ανέβηκαν μαζί με τα παιδιά τους στον βράχο, και, τραγουδώντας το «έχε γεια καημένε κόσμε», έπεσαν στα ορμητικά νερά του Αχελώου. Η Δέσπω Σέχου Μπότσαρη, η Αναστασία Κίτσου Μπότσαρη (με 19 παιδιά), η Ελένη Νότη Μπότσαρη, και η Μόσχω Λάμπρου Τζαβέλλα (μητέρα του Φώτου).

Φεύγουμε από τα Σουλιώτικα βουνά, και κατεβαίνουμε στον Μοριά, για ν’ ανταμώσουμε τις αδελφές Ζαχαριά, την Κωνσταντίνα και την Αγγελίνα (σύζυγο του «Νικηταρά» ή αλλιώς «Τουρκοφάγου», που προσέφεραν πολλά στον Αγώνα. Την Ζαμπία, ή Ζαμπέττα Κολοκοτρώνη, τη μάνα του «γέρου», που με 5 παιδιά στην αγκαλιά και οπλισμένη σαν άντρας, όταν ο Αλή Μπέης εξεστράτευσε εναντίον του Άστρους και πολιόρκησε τον πύργο του Παναγιώταρου στην Καστάνιτσα, αντιστάθηκε μαζί με τους άλλους Κολοκοτρωναίους, και πέτυχαν την ηρωική έξοδο από τον Πύργο.

Από τον Μοριά, περνάμε πάλι στ’ αγιασμένα χώματα της Ρούμελης, για να συναντήσουμε τις «Ελεύθερες Πολιορκημένες» του Μεσολογγίου. Παρά την πείνα και το κρύο, προσπαθούν ν’ αντιμετωπίσουν δύο ανήμερα θεριά: τον Κιουταχή, και τον Ιμπραήμ. Λιτό το εγκώμιο του Σολωμού: «θαυμάζω ταις γυναίκες, και στ’ όνομά τους μνέω».

Στη Μακεδονία, δίπλα στον ήρωα Καρατάσο, στέκεται η Καρατάσαινα. Ακολουθεί το θλιβερό καραβάνι των Νεομαρτύρων προς τη Θεσσαλονίκη, μεταφερόμενη ως λάφυρο στους Τούρκους, μέσα σ’ έναν σάκο γεμάτο γάτες και φίδια. Δίπλα στον Ζαφειράκη, στέκεται η Ζαφειράκαινα, δίπλα στον Εμμανουήλ Παππά, η Φαίδρα Παππά.

Από τη Μακεδονία, στο Αιγαίο. Η Επανάσταση έχει φουντώσει. Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά και Χίος. Σπουδαίες καπετάνισσες αλωνίζουν το Αιγαίο με τα καράβια τους, σπέρνοντας φόβο στις τουρκικές αρμάδες. Δύο σπουδαίες γυναίκες έδωσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν για την Πατρίδα: Λακαρίνα Μπουμπουλίνα και Μαντώ Μαυρογένους. Επάνδρωσαν πλοία και κυβέρνησαν ανδρικά πληρώματα, γενναίες καπετάνισσες και θαλασσομάχοι, κατάφεραν να περικυκλώσουν τα τουρκικά οχυρά στο Ναύπλιο και την Τρίπολη. Το παράδειγμά τους ακολούθησε κι η Δόμνα Βισβίζη. Και δίπλα σ’ αυτές, έχουμε κι άλλες πάλι γυναίκες Νεομάρτυρες, όπως τη Χαρίκλεια Δασκαλάκη στο Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου.

Μετά από χρόνια διαρκούς αιματοχυσίας, η πολυπόθητη Ελευθερία είναι πια γεγονός. Πρωτοφάνηκε στη Μολδοβλαχία, πέταξε στην Αγία Λαύρα, χαμογέλασε στο Βαλτέτσι, πανηγύρισε στην Τρίπολη και στην Καλαμάτα. Και στις 12 Σεπτεμβρίου του 1829, ο Δημήτριος Υψηλάντης, μετά τη νίκη στην Πέτρα της Βοιωτίας, έθεσε τέρμα στον πόλεμο που ο αδελφός του είχε κηρύξει, 8 χρόνια νωρίτερα, στη Μολδοβλαχία. Η Ελλάς Ανέστη. Το Λάβαρο υψώθηκε στους ουρανούς, και θεοποίησε την ιδέα της Ελευθερίας.

Η Επανάσταση του 1821, είχε ένα ιδιαίτερο μεγαλείο. Αυτό έγκειται στο γεγονός, ότι επί 400 χρόνια, οι Έλληνες, μπορούσαν να προσκυνήσουν τους Τούρκους, ν’ ασπαστούν τη θρησκεία τους, και από ραγιάδες να γίνουν αφέντες. Δεν το έπραξαν. Γιατί απ’ όλα τα’ αγαθά, θεώρησαν σημαντικότερο το να διατηρήσουν την ταυτότητά τους. Η ημέρα της25ηςΜαρτίου του 1821, δεν είναι η γενέθλια ημέρα της ελευθερίας του Γένους, αλλά η ημέρα της ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ της. Την ετοίμασε ο πόθος της Ελληνικής φυλής. Αυτά τα χρόνια, τα τόσο πολλά, δεν ήταν χρόνια παθητικής αναμονής, μιας μοιρολατρικής απαντοχής, αλλά ήταν χρόνια ετοιμασίας και ωρίμανσης. Μας την κληροδότησαν οι πρόγονοί μας, με τον πόθο και το αίμα τους. Πάλεψαν και επαναπάτρισαν τη Λευτεριά στην Ελλάδα μας, όταν από τρομαγμένοι ραγιάδες μεταστοιχειώθηκαν τελικά σε λιοντάρια.

Τώρα το χρέος να διατηρήσουμε την Ελευθερία, βαραίνει τους δικούς μας ώμους. Και, όπως είπε και ο αρχαίος ρήτορας Δημοσθένης: «Το να διαφυλάξουμε τα αγαθά, είναι δυσκολότερο από το να τα αποκτήσουμε». Ας μην ξεχνούμε πως και σήμερα, ύπουλα κάποιοι επιβουλεύονται τη λευτεριά μας. Πολλοί ζητούν ν’ αποχρωματίσουν την εθνική μας συνείδηση, και την Πίστη μας. Θέλουν να μας αποκόψουν από τις ρίζες μας. Όμως, πως μπορεί να σταθεί ένα δένδρο, όταν αποκοπεί από τις ρίζες του;

Σε κάποιο οθωμανικό εγχειρίδιο, ορίζεται το Παιδομάζωμα (Ντεβσιρμές), ως «πρωτότυπη οθωμανική πρακτική στρατολόγησης»!!!! Ουδεμία αναφορά στο γεγονός ότι αυτή η «στρατολόγηση» γινόταν με την πιο ωμή βία! Μήπως χρωστούμε και χάρη στους Τούρκους, που αξίωσαν το Έθνος μας ν’ απολαύσει το ιστορικό αυτό «προνόμιο» του Παιδομαζώματος;

Ας μην επαναπαυόμαστε στο «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Και θα πεθάνει οριστικά, αν εμείς χάσουμε την Πίστη, τις αξίες, και την εθνική μας συνείδηση. Χρέος μας είναι να διαφυλάξουμε την Πατρίδα μας ελεύθερη, ακέραια, και ανεξάρτητη. Να δώσουμε Όρκο Πίστης ότι θα μείνουμε πιστοί στα πρότυπα της Φυλής μας, και θα φανούμε αντάξιοι των προγόνων μας, έχοντας αυτούς σαν παραδείγματα, και όχι τα ψευδοπρότυπα της εποχής μας.

Και για τη σημερινή ημέρα, ας αφήσουμε τη σκέψη μας να φτερουγίσει ψηλά στον ουρανό, κοντά στις ψυχές των κεκοιμημένων. Και μετά το Μνημόσυνό τους, ας επαναλάβουν τα χείλη μας, μαζί με τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο, τους στίχους του:

Ας μη βρέξη ποτέ
το σύννεφον και ο άνεμος
σκληρός ας μη σκορπίση
το χώμα το μακάριον που σας σκεπάζει…

Τρισεύγενη Καπράνου